MALIKI NEWS
latest

468x60

Όταν η Ηλεία δέχθηκε ένα «καραβάνι» 4.500 ξεριζωμένων ψυχών…: 100 χρόνια από την απογραφή των προσφύγων της Μ. Ασίας που ήρθαν στην Ελλάδα



Πόνος, σφαγή και προδοσία… Τρεις λέξεις που αντιπροσωπεύουν στο έπακρο την Μικρασιατική Καταστροφή του 1922, τη μεγαλύτερη εθνική συμφορά στην ιστορία του νεότερου Ελληνισμού.

Κι αυτό, γιατί αποτέλεσε την ταφόπλακα στο όνειρο της «Μεγάλης Ιδέας» που προσέβλεπε στην επανένωση όλων των εδαφών που κατοικούνταν από αρχαιοτάτων χρόνων από Έλληνες αλλά κυρίως επειδή ξεριζώθηκε οριστικά η μακραίωνη ελληνική παρουσία στην περιοχή, με τον πιο δραματικό τρόπο.

Τη μεγάλη συμφορά συνθέτουν, εκτός των άλλων, η κατάρρευση του Μικρασιατικού Μετώπου, η πυρπόληση της Σμύρνης από τους Τούρκους, οι σφαγές, λεηλασίες και άλλες φρικαλεότητες εις βάρος των Ελλήνων και των Αρμενίων χριστιανών, στη Σμύρνη και στις πόλεις και τα χωριά που ανακαταλαμβάνονταν από τον τουρκικό στρατό, οι μαρτυρικές πορείες των αιχμαλώτων και των ομήρων προς το εσωτερικό της Ανατολής, η εξόντωση εκατοντάδων χιλιάδων Ελλήνων και Αρμενίων και η εκδίωξη των υπολοίπων από τις πατρογονικές εστίες τους, χωρίς τις περιουσίες τους.

Τον Αύγουστο του 1922, το μέτωπο της Μικράς Ασίας κατέρρευσε και ακολούθησε η άτακτη υποχώρηση του ελληνικού στρατού και η καταστροφή της Σμύρνης. Για την κατάπαυση των εχθροπραξιών την πρωτοβουλία πήραν οι Άγγλοι με την υπογραφή, τον Σεπτέμβριο του 1922, της ανακωχής των Μουδανιών. Με την ανακωχή αυτή, έγινε αποδεκτή η αποχώρηση του ελληνικού στρατού από τη Μικρά Ασία αλλά και από την Ανατολική Θράκη. Ήδη με την κατάρρευση του μετώπου, πολλοί Έλληνες που κατοικούσαν στα εδάφη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας κατέφυγαν στην Ελλάδα ως πρόσφυγες.

Εκατό χρόνια πριν, το μακρινό 1923, έγινε η απογραφή των προσφύγων που έφτασαν στην Ελλάδα, γεγονός που αποτελεί το μοναδικό ποσοτικό εργαλείο που υπήρχε τότε διαθέσιμο σε ένα κράτος που έπρεπε ταυτόχρονα να διαχειριστεί τις καταστροφικές για τον ελληνισμό συνέπειες μιας ταπεινωτικής ήττας και την ίδια στιγμή, με καταρρακωμένο ηθικό και άδεια δημόσια ταμεία, να ανασυνταχθεί για να αντιμετωπίσει με ορθολογισμό μια πρωτοφανή ανθρωπιστική κρίση.

Εκατό χρόνια μετά, οι απόγονοι των προσφύγων είναι αναπόσπαστο τμήμα της σύγχρονης Ελλάδας. Από ένα χρονικό σημείο και μετά είναι δύσκολο να ξεχωρίσει κανείς, χωρίς επί τούτου μελέτη, ποιοι κάτοικοι της Ελλάδας έχουν προσφυγικές ρίζες και ποιοι όχι. Θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί ότι η πλήρης συγχώνευση του γηγενούς και του προσφυγικού πληθυσμού, σε βαθμό που οι διακριτές οικονομικές, κοινωνικές και πολιτισμικές συνιστώσες του παρόντος πληθυσμού να μην είναι πλέον ανιχνεύσιμες ή έστω μερικώς ταυτοποιούμενες με εκείνες του προσφυγικού πληθυσμού, συνιστά και το μέτρο της πληρό- τητας της ενσωμάτωσης των προσφύγων.

Η εφ. «Πατρίς» με την βοήθεια της ΕΛΣΤΑΤ, που πέρυσι με αφορμή την συμπλήρωση 100 χρόνων από την Μικρασιατική Καταστροφή έφερε στο φως σπάνια ντοκουμέντα από εκείνη την απογραφή, δημοσιεύει σήμερα ενδιαφέροντα στοιχεία για το πόσοι πρόσφυγες ήρθαν στην Ηλεία, που εγκαταστάθηκαν και σε τι συνθήκες ζούσαν.

Ο «χάρτης» των προσφύγων της Μικράς Ασίας στην Ηλεία

Το σύνολο των προσφύγων που απογράφηκαν σε όλη την Ελλάδα το 1923, ήταν 786.431, εκ των οποίων 351.313 άνδρες και 435.118 γυναίκες. Εξ’ αυτών οι 46.841 εγκαταστάθηκαν στην Πελοπόννησο και στην Ηλεία ήρθαν συνολικά 4.530 πρόσφυγες. Από αυτούς, οι 4.526 (1.992 άντρες και 2.534 γυναίκες) εγκαταστάθηκαν στην Επαρχία Ηλείας και 4 (όλες γυναίκες) στην Επαρχεία Ολυμπίας. Πριν συνεχίσουμε, αξίζει να αναφέρουμε, πως τότε, η Επαρχεία Ηλείας ήταν ενταγμένη στον Νομό Αχαΐας και Ήλιδας και η Επαρχεία Ολυμπίας στον νομό Μεσσηνίας.

Στην εξαιρετικά ενδιαφέρουσα έκθεση για την απογραφή προσφύγων που διενεργήθηκε το 1923 στην Ελλάδα, ανά Περιφέρεια και ανά νομό γίνεται αναλυτική καταγραφή και στις περιοχές που εγκαταστάθηκαν οι πρόσφυγες που ήρθαν στην Ηλεία.

Βάσει των στοιχείων που δημοσίευσε η ΕΛΣΤΑΤ, το μεγαλύτερο προσφυγικό κύμα δέχτηκε ο τότε δήμος Λετρίνων (σημερινός Πύργος) με 1567 άτομα και ακολούθησε η Αμαλιάδα με 643, το Κριεκούκι (σημερινό Πελόπιο) με 177, τα Λεχαινά με 143 και η Ανδραβίδα με 138.

Ειδικότερα, εκτός από τις προαναφερθείσες περιοχές, σε ό,τι αφορά την Επαρχεία Ηλείας, 49 άτομα δέχτηκε ο Άγιος Γεώργιος, 16 ο Άγιος Ιωάννης Ελίσσης, 7 ο Άγιος Ιωάννης Λετρίνων, 3 το Μπράτι Ανδραβίδας, 99 η Βαρβάσαινα, 124 το Βαρθολομιό, 45 το Βούναργο, 88 το Βουπράσιον, 25 τα Βυτινέικα, 130 η Γαστούνη, 24 το Γεράκι, 36 τα Γρανιτσέικα, 24 τα Δουνέικα, έναν τα Καβάσιλα, 28 το Καραγιούζ (σημερινό Πρινάρι Ήλιδας), 36 ο Καρδαμάς, 72 το Κατάκολο, 14 το Κατσαρού, 8 η Κελεβή (σημερινός Κόροιβος), 129 το Κολίρι, 12 το Κορα- κοχώρι, 28 η Κυλλήνη, 25 το Λαμπέτι, 35 τα Λαστέικα, 12 το Λεβεντοχώρι, 64 η Μανωλάδα, 6 η Μιράκα, 15 το Μπουρδάνον (σημερινές Μηλιές), 96 η Μυρσίνη, 55 η Μυρτιά, 26 η Ξυλοκέρα, 88 ο Πλάτανος, 40 το Ρώμεσι (σημερινός Αμπελώνας), 71 τα Σαβάλια, 11 η Σαλμώνη, 82 το Σκουροχώρι, 6 το Σμίλα, 23 το Στρέφι, 63 το Τζόγια (σημερινό Πράσινο) και 78 το Χάβαρι ενώ σε ό,τι αφορά την Επαρχεία Ολυμπίας, ένα άτομο απογράφηκε στην Ανδρίτσαινα και 3 στην Ζούρτσα (σημερινή Νέα Φιγαλεία).

Στιβαγμένοι και σε άθλιες συνθήκες σε Πύργο και Αμαλιάδα

Παρ’ όλα αυτά, αν νόμιζε κάποιος πως τα βάσανα των ξεριζωμένων ανθρώπων μετά την Μικρασιατική Καταστροφή θα τελείωναν με την έλευση τους στην Ελλάδα, ήταν γελασμένος. Οι πρόσφυγες είχαν να αντιμετωπίσουν μια σειρά προβλημάτων με κυριότερα αυτά της στέγασης, των υποδομών υποδοχής και εγκατάστασης, της δημόσιας υγείας και της επαγγελματικής αποκατάστασής τους. Στην πραγματικότητα, το προσφυγικό ζήτημα της συγκεκριμένης περιόδου ήταν η κορυφή του παγόβουνου στον κυκεώνα προβλημάτων που αντιμετώπιζε το κατακερματισμένο και εξαντλημένο οικονομικά ελληνικό κράτος το οποίο ήταν όφειλε ωστόσο να θρέψει, να στεγάσει, να περιθάλψει, να τονώσει ηθικά και να εντάξει κοινωνικά τους Μικρασιάτες πρόσφυγες.

Σε ό,τι αφορά τις συνθήκες εγκατάστασης και διαβίωσης των προσφύγων στον Πύργο, χαρακτηριστική είναι η ανταπόκριση του δημοσιογράφου Μιχαήλ Ροδά προς την εφημερίδα Ελέυθερον Βήμα το 1925 όπου σύμφωνα με την έρευνα του Ανδρέα Μπαλτά, τις χαρακτηρίζει άθλιες, αναφέροντας πως 32 οικογένειες από το Νεοχώριο Νικομήδειας, δηλαδή 114 άτομα, έμεναν στις πρώην φυλακές Μυλωνόπουλου. Στις αποθήκες Μανωλόπουλου εγκαταστάθηκαν 26 οικογένειες, δηλαδή 112 άτομα. Στο ξενοδοχείο Βακαλόπουλου διέμεναν 18 οικογένειες, που αριθμούσαν 80 άτομα. Στο οίκημα Γιαννέλη διέμεναν 11 αρμενικές οικογένειες, στο σύνολο 65 άτομα. Στο οίκημα Γκάβα 15 οικογένειες, που αποτελούνταν από 58 άτομα. Στις οικοδομές Παπαχριστόπουλου 8 οικογένειες, δηλαδή 40 άτομα. Στου Θεόδωρου Δούρου 7 οικογένειες, αποτελούμενες από 30 άτομα. Σε διάφορα επιταγμένα δωμάτια της πόλης 10 οικογένειες, αποτελούμενες από 58 άτομα. Στο Κατάκολο ζούσαν 12 οικογένειες, που αριθμούσαν 59 άτομα, κυρίως γυναίκες. Σε διάφορα χωριά του Πύργου είχαν εγκα- τασταθεί 189 οικογένειες, που αποτελούνταν από 1108 άτομα.

Και τέλος, μέσα στην πόλη του Πύργου διέμεναν επί πληρωμή 99 οικογένειες, που αριθμούσαν 685 άτομα.

Ο Ροδάς ανεβάζει τον αριθμό των προσφύγων του Πύργου στα 2409 άτομα, συνολικά 427 οικογένειες. Αρκετές από αυτές τις οικογένειες είχαν βρει εργασία στο καπνεργοστάσιο Καραβασίλη, στις αποθήκες σταφίδας και στα χωράφια.

Για τους πρόσφυγες της Αμαλιάδας, η περιγραφή του Μιχαήλ Ροδά, η οποία περιλαμβάνεται επίσης σε ανταπόκριση του 1925 προς το Ελεύθερον Βήμα, είναι εξ ίσου χαρακτηριστική: «… εις την Αμαλιάδα παραμένουν 400 άτομα, γέροντες, γυναίκες, παιδιά κατά το πλείστον υπό τας αθλιεστέρας συνθήκας. Μία αποθήκη πλησίον του σιδηροδρομικού σταθμού Αμαλιάδος αποτελεί συνέχειαν των περιφήμων προσφυγοφάγων αποθηκών Σολάριεν Πάτραις…».

Γεώργιος Διον. Κουρκούτας, Φιλόλογος – συγγραφέας: «Μόνη ελπίδα η διάσωσή τους»

«Από τις πρώτες ημέρες της καταρρεύσεως του Μετώπου και μέχρι την οριστική υπογραφή της αναγκαστικής Ανταλλαγής πληθυσμών, το 1923, εκατοντάδες χιλιάδες Έλληνες και Χριστιανοί καταφεύγουν στην κυρίως Ελλάδα. Μέσα σε συνθήκες από δύσκολες έως εφιαλτικές, όπως μαρτυρούν και οι διασωθείσες μαρτυρίες, με μόνη ελπίδα την διάσωσή τους και χωρίς υπάρχοντα, φτάνουν σε μέρη που δεν είχαν γνωρίσει.

Σε μέρη και πληθυσμούς όπου τους συνέδεαν κοινά στοιχεία ταυτότητος, σε βάθος αιώνων. Ταυτότητα στηριγμένη σε κοινό παρελθόν και κοινό μέλλον, σε ένα πλαίσιο οικουμενικού Ελληνισμού.

Παρότι η πλειονότητα των προσφύγων κατευθύνθηκαν προς μέρη όπου ως τότε ζούσαν μουσουλμανικοί πληθυσμοί, κυρίως σε Μακεδονία και Ήπειρο, αλλά και μεγάλα αστικά κέντρα, όπως Αθήνα, Θεσσαλονίκη, Πάτρα και αλλού, στην Ηλεία δεν ζούσαν μουσουλμάνοι εδώ και έναν αιώνα. Αλλά υπήρχαν ιδανικές συνθήκες για όσους πληθυσμούς εκ Μικράς Ασίας είχαν αγροτική καταγωγή και μπορούσαν να απασχοληθούν στην Γεωργία, στον πρωτογενή τομέα εν γένει.

Αυτό έγινε στην Ηλεία, τόσο με την εγκατάσταση προσφύγων σε μεγάλες πόλεις της Ηλείας (κυρίως σε Πύργο και Γαστούνη) όσο και με την δημιουργία νέων οικισμών που και σήμερα κατοικούνται από τους απογόνους τους και συνεχίζουν να διατηρούν την μνήμη των αξέχαστων πατρίδων τους. Αναφέρουμε την Γλύφα (του σημερινού Δήμου Πηνειού) και την Κάτω Παναγιά Κυλλήνης (του σημερινού Δήμου Ανδραβίδας-Κυλλήνης). Επίσης, μεγάλο μέρος της Γαστούνης αποτέλεσαν συνοικίες προσφύγων από Μικρά Ασία, που διατήρησαν τα στοιχεία της παράδοσής τους.

Η μεταφορά των προσφύγων στην Ηλεία έγινε με πλοία και τρένα. Μπορούμε να φανταστούμε την ψυχική διάθεση των οικογενειών των προσφύγων, που ταξίδευαν μακριά από την γη που τους γέννησε, αφήνοντας πίσω και αγαπημένα πρόσωπα (που χάθηκαν μέσα σε πλαίσιο τρόμου και σφαγών), αλλά και περιουσίες και ένα κομμάτι από την ζωή τους.

Θα πήγαιναν σε μέρη άγνωστα σε αυτούς, σε ανθρώπους που δεν γνώριζαν. Αλλά και σε μέρη που θα ζούσαν με ανθρώπους που έδωσαν τον δικό τους αγώνα για την δική τους Ελευθερία στα έτη 1919-1922, ανθρώπους που άφησαν νεκρούς νέους στα πεδία των μαχών της Μικράς Ασίας. Μέσα στα τραίνα που τους μετέφεραν πολλοί πρόσφυγες δεν άντεξαν από μολυσματικές ασθένειες και απεβίωσαν».

Ανδρέας Μπαλτάς, εκπαιδευτικός-διδάκτωρ Νεότερης Ιστορίας: «Σχετικά άγνωστο κεφάλαιο της ιστορίας»

«O νομός Ηλείας υπήρξε τόπος εγκατάστασης σημαντικού αριθμού προσφύγων μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή του 1922, λόγω των μοναστηριακών κυρίως εκτάσεων που ήταν διαθέσιμες για διανομή στην βορειοδυτική επικράτεια του νομού. Οι περισσότεροι εγκαταστάθηκαν και αποκαταστάθηκαν αγροτικά στην Κυλλήνη, στη Γαστούνη, στη Νέα Μανωλάδα, στη Γλύφα και στα Λεχαινά. Πολύ σημαντική παρουσία προσφύγων σημειώθηκε ωστόσο και στις πόλεις του Πύργου και της Αμαλιάδας. Μάλιστα, σύμφωνα με την απογραφή του 1923 στην επαρχία Ηλείας είχαν συρρεύσει 4526 πρόσφυγες (1992 άνδρες και 2534 γυναίκες). Το ζήτημα της πρόσκαιρης εγκατάστασης χιλιάδων  προσφύγων στις πόλεις του Πύργου και της Αμαλιάδας, μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή του 1922 αποτελεί ένα σχετικά άγνωστο κεφάλαιο της ιστορίας τόσο της Ηλείας όσο και του προσφυγικού κόσμου.

Το 1925, ο δημοσιογράφος Μιχαήλ Ροδάς, περιγράφει σε ανταπόκρισή του προς την εφημερίδα “Ελεύθερον Βήμα”, την άθλια κατάσταση των προσφύγων που είχαν συρρεύσει στην πόλη του Πύργου. Ο Ροδάς ανεβάζει τον αριθμό των προσφύγων της πόλης στα 2409 άτομα, συνολικά 427 οικογένειες. Αρκετές από αυτές τις οικογένειες είχαν βρει εργασία στο καπνεργοστάσιο Καραβασίλη, στις αποθήκες σταφίδας και στα χωράφια. Σε διάφορα χωριά του Πύργου είχαν εγκατασταθεί επίσης 189 οικογένειες, που αριθμούσαν 1108 άτομα.

Για τους πρόσφυγες της Αμαλιάδας, η περιγραφή του Μιχαήλ Ροδά, η οποία περιλαμβάνεται επίσης σε ανταπόκριση του 1925 προς το Ελεύθερον Βήμα, είναι εξ ίσου γλαφυρή: ‘’… εις την Αμαλιάδα παραμένουν 400 άτομα, γέροντες, γυναίκες, παιδιά κατά το πλείστον υπό τας αθλιεστέρας συνθήκας. Μία αποθήκη πλησίον του σιδηροδρομικού σταθμού Αμαλιάδος αποτελεί συνέχειαν των περιφήμων προσφυγοφάγων αποθηκών Σολάρι εν Πάτραις…’’

Στην πλειονότητά τους, οι πρόσφυγες του Πύργου και της Αμαλιάδας  εγκατέλειψαν τις δύο πόλεις, αναζητώντας μια καλύτερη τύχη στην Αθήνα και σε άλλα αστικά κέντρα της Ελλάδας».












Πηγή
« PREV
NEXT »

Δεν υπάρχουν σχόλια

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.