Nησι (Μαληκι)
Nησί (Μαλήκι)/block-7
Νεα Ανδραβιδα Κυλληνης
Νέα Ανδραβίδα Κυλλήνης/block-1
Τι αλλάζει υποχρεωτικά έως τέλος του έτους – H συζήτηση για την ασφάλεια στον αγροτικό κλάδο δεν περιορίζεται στα θανατηφόρα δυστυχήματα
Στους 188 ανέρχονται οι άνθρωποι που έχουν χάσει τη ζωή τους στον αγροτικό κλάδο από το 2022 έως και τις μέχρι σήμερα καταγραφές του 2026, σύμφωνα με ανεξάρτητη έρευνα της Ομοσπονδίας Συλλόγων Εργαζομένων Τεχνικών Επιχειρήσεων Ελλάδος (ΟΣΕΤΕΕ).
Στα εφετινά στοιχεία κυριαρχούν οι καταπλακώσεις από τρακτέρ, που αφορούν 19 από τους 26 καταγεγραμμένους θανάτους, αναδεικνύοντας τη σημασία της ασφάλειας των αγροτικών μηχανημάτων και της πρόληψης.
«Οι ανθρώπινες απώλειες στο αγρόκτημα είναι μια απολύτως ανεξερεύνητη κατάσταση στη χώρα μας», δήλωσε στο Αθηναϊκό – Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων ο πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Οργανισμού για την Υγεία και Ασφάλεια στην Εργασία, γραμματέας Υγείας και Ασφάλειας στην Εργασία της ΓΣΕΕ και πρόεδρος της ΟΣΕΤΕΕ, Ανδρέας Στοϊμενίδης. Η έρευνα της Ομοσπονδίας, εξήγησε, επιχειρεί να αποτυπώσει με συστηματικό τρόπο ένα πεδίο που μέχρι σήμερα δεν είχε μελετηθεί σε βάθος.
Σύμφωνα με τα στοιχεία, το 2022 καταγράφηκαν 32 θάνατοι, το 2023 συνολικά 44, το 2024 38 και το 2025 48. Για το 2026 η καταγραφή περιλαμβάνει μέχρι στιγμής 26 θανάτους, από τους οποίους οι 19 αφορούν καταπλάκωση από τρακτέρ, δηλαδή σχεδόν τρεις στους τέσσερις.
Από τους υπόλοιπους επτά θανάτους, τρεις αφορούσαν αγρότες ή εργάτες γης, ένας δασεργάτη και ένας κτηνοτρόφο. Στην καταγραφή περιλαμβάνονται επίσης ένα περιστατικό με φρέζα και μία αυτοκτονία. Τα στοιχεία αποτυπώνουν έτσι διαφορετικές αιτίες απώλειας ζωής και δεν αφορούν αποκλειστικά δυστυχήματα με γεωργικά μηχανήματα.
Ως περιοχές με τα περισσότερα περιστατικά ο κ. Στοϊμενίδης ανέφερε τη Θεσσαλία και την Κρήτη, διευκρινίζοντας ότι η ακριβής γεωγραφική κατανομή απαιτεί περαιτέρω ανάλυση των στοιχείων.
Όπως σημείωσε, οι ανατροπές τρακτέρ καταχωρίζονται συχνά ως τροχαία δυστυχήματα, κάτι που καθιστά πιο δύσκολη τη σύνδεσή τους με την εργασία και τη διερεύνηση των αιτίων τους. Η διαφορά στην αποτύπωση φαίνεται και από τη σύγκριση των εκθέσεων του 2023: η Eurostat αποδίδει στον αγροτικό τομέα το 12% των εργατικών δυστυχημάτων της οικονομίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ενώ η ΕΛΣΤΑΤ δίνει για την Ελλάδα ποσοστό κοντά στο 2,5%.
Στο επίκεντρο των παρεμβάσεων για την πρόληψη έθεσε τον μηχανολογικό εξοπλισμό. Όπως ανέφερε, η χρήση τρακτέρ σε επικλινή εδάφη, η ασταθής φόρτωση αγροτικών προϊόντων και η εργασία με παλαιότερα μηχανήματα χωρίς επαρκή προστατευτικά μέσα διαμορφώνουν συνθήκες αυξημένου κινδύνου. Σε περίπτωση ανατροπής, η ύπαρξη κατάλληλης προστασίας μπορεί να καθορίσει τη σοβαρότητα των συνεπειών.
Σύμφωνα με τον ίδιο χρειάζονται παρεμβάσεις που θα διευκολύνουν τους παραγωγούς να εργάζονται με ασφαλέστερο εξοπλισμό. Περιέγραψε δύο κατευθύνσεις: επιδότηση για την αγορά σύγχρονων τρακτέρ και θέσπιση σαφούς διαδικασίας για τη μετασκευή και πιστοποίηση των παλαιότερων μηχανημάτων, με την προσθήκη κατάλληλων μέσων προστασίας.
Παράλληλα, σύμφωνα με το ΦΕΚ [ΦΕΚ Β΄ 1734/27.03.2026.], για την τοποθέτηση διάταξης προστασίας έναντι ανατροπής σε γεωργικούς ελκυστήρες που έχουν ταξινομηθεί ή απογραφεί πριν από τις 21 Μαΐου 1998 έχει δοθεί παράταση έως τις 31 Δεκεμβρίου 2026. Η διάταξη πρέπει να είναι εγκεκριμένου τύπου, δηλαδή δεν αρκεί να τοποθετηθεί οποιαδήποτε μπάρα ή αψίδα. Οι κάτοχοι των τρακτέρ που εμπίπτουν στη ρύθμιση πρέπει να την τοποθετήσουν έως τη λήξη της προθεσμίας, και μετά από αυτήν τα τρακτέρ χωρίς εγκεκριμένη διάταξη προστασίας δεν θα μπορούν να κυκλοφορούν.
Κατά τον κ. Στοϊμενίδη, είναι σημαντικό ο αγρότης να γνωρίζει πού μπορεί να απευθυνθεί, ποιες παρεμβάσεις χρειάζονται στο μηχάνημά του και με ποιον τρόπο θα πιστοποιηθεί η ασφάλεια της μετασκευής. Οι τεχνικές παρεμβάσεις, πρόσθεσε, μπορούν να συνοδεύονται από ενημέρωση και εκπαίδευση των παραγωγών, καθώς και από συστηματική καταγραφή και διερεύνηση των περιστατικών.
Η συζήτηση για την ασφάλεια στον αγροτικό κλάδο δεν περιορίζεται στα θανατηφόρα δυστυχήματα.
Σύμφωνα με τον πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Οργανισμού για την Υγεία και Ασφάλεια στην Εργασία υπάρχουν επαγγελματικές ασθένειες, επισημαίνοντας ότι οι εργαζόμενοι εκτίθενται σε βιολογικούς παράγοντες κατά την επαφή με ζώα και τις κτηνοτροφικές εργασίες, σε χημικούς παράγοντες κατά τη χρήση φυτοφαρμάκων και στη σκόνη. Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στη θερμική καταπόνηση και στην παρατεταμένη έκθεση στον ήλιο, που με την κλιματική κρίση συνδέονται και με αυξημένο κίνδυνο επαγγελματικού καρκίνου του δέρματος.
Εργαλεία και παραδείγματα, πάντως, υπάρχουν ήδη. «Εμείς στον Ευρωπαϊκό Οργανισμό έχουμε οδηγίες, έχουμε οδηγούς, έχουμε καλές πρακτικές πάνω σε αυτά τα ζητήματα», ανέφερε, προσθέτοντας ότι χώρες όπως η Κύπρος και η Γαλλία έχουν αναπτύξει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τα ατυχήματα και τις ασθένειες του αγροτικού κλάδου. «Με τη συνεργασία της πολιτείας, των φορέων και των ίδιων των παραγωγών, σημείωσε, η διαθέσιμη γνώση μπορεί να μετατραπεί σε συγκεκριμένες παρεμβάσεις στο χωράφι και στην καθημερινή εργασία των αγροτών» κατέληξε.
Μπορεί ο δείκτης καταναλωτικής εμπιστοσύνης να ενισχύθηκε τον Σεπτέμβριο στις -41,6 μονάδες έναντι -47,8 μονάδες τον Ιουλιο, ωστόσο και αυτόν τον μήνα οι Ελληνες καταναλωτές εμφανίζονται ως οι περισσότερο απαισιόδοξοι στην ΕΕ με διαφορά από τη Ρουμανία και τη Βουλγαρία να ακολουθούν, ενώ υψηλό παραμένει το ποσοστό για τα νοικοκυριά που οριακά βγάζουν στο μήνα.
Τα στοιχεία της Έρευνας Συγκυρίας του ΙΟΒΕ είναι για άλλη μια φορά για άλλη μία φορά αποκαλυπτικά για τη σημερινή κατάσταση των νοικοκυριών αλλά και για τις εκτιμήσεις τους για το μέλλον.
Σχετικά με τις εκτιμήσεις για την τρέχουσα οικονομική κατάσταση του νοικοκυριού, το ποσοστό των καταναλωτών που δηλώνει ότι «μόλις τα βγάζει πέρα» διαμορφώθηκε στο 58%, όσο και τον προηγούμενο μήνα.
Την ίδια ώρα περιορίστηκε ελαφρά στο 12% (από 13%) το ποσοστό όσων αναφέρουν ότι αντλούν από τις αποταμιεύσεις τους. Οι καταναλωτές που δήλωσαν ότι αποταμιεύουν λίγο ή πολύ αποτελούν το 22% του συνόλου, ενώ το ποσοστό όσων δήλωσαν ότι «έχουν χρεωθεί» διαμορφώθηκε στο 7% όσο και το προηγούμενο διάστημα.
Το 60% των νοικοκυριών εκτίμησε ελαφρά ή αισθητή επιδείνωση της οικονομικής του κατάστασης, ενώ μόλις το 3% θεωρεί πως επήλθε μικρή βελτίωση, τους προηγούμενους δώδεκα μήνες.
Αντίστοιχα, οι αρνητικές προβλέψεις των καταναλωτών για την οικονομική κατάσταση του νοικοκυριού τους κατά τους προσεχείς 12 μήνες περιορίστηκαν ελαφρά τον Σεπτέμβριο στις –41,0 (από -44,4). Το 55% (από 59%) των νοικοκυριών αναμένει ελαφρά ή αισθητή επιδείνωση της οικονομικής του κατάστασης, ενώ το 5% προβλέπει μικρή βελτίωση. Οι δείκτες σε ΕΕ και Ευρωζώνη διαμορφώθηκαν στις -5,5 και -6,1 μονάδες αντίστοιχα.
Το 46% (από 53%) των καταναλωτών προέβλεψε ότι θα προβεί σε λιγότερες ή πολύ λιγότερες δαπάνες, ενώ το 5% αναμένει το αντίθετο. Παράλληλα, το 82% των νοικοκυριών δεν θεωρεί πιθανή την αποταμίευση στο επόμενο 12μηνο, ενώ το 16% τη θεωρεί πιθανή ή πολύ πιθανή.
Ο δείκτης πρόβλεψης για την εξέλιξη της ανεργίας τους προσεχείς 12 μήνες κλιμακώθηκε ήπια τον Ιούλιο, στις +18,2 μονάδες, από +17,9 τον Ιούλιο. Το ποσοστό των νοικοκυριών που προέβλεψε μικρή ή αισθητή άνοδο της ανεργίας διαμορφώθηκε στο 38%, με το 12% των ερωτηθέντων να αναμένει ελαφρά μείωσή της. Οι αντίστοιχοι δείκτες σε ΕΕ και Ευρωζώνη διαμορφώθηκαν στις +27,6 και +28,3 μονάδες αντίστοιχα.
Ο θετικός δείκτης για τις προβλέψεις μεταβολών στις τιμές τους προσεχείς 12 μήνες αποκλιμακώθηκε ήπια τον Σεπτέμβριο και διαμορφώθηκε στις +35,0 μονάδες, έναντι +40,0 μονάδων τον Ιούλιο. Το 62% των νοικοκυριών προέβλεψε άνοδο τιμών με τον ίδιο ή ταχύτερο ρυθμό και το 17% (από 13%) αναμένει σταθερότητα. Οι σχετικοί δείκτες σε ΕΕ και Ευρωζώνη διαμορφώθηκαν στις +33,9 και 35,2 μονάδες αντίστοιχα.
Τέλος, στο ερώτημα το οποίο αξιολογεί το βαθμό αβεβαιότητας των νοικοκυριών ως προς τις μελλοντικές οικονομικές εξελίξεις, το 52,4% έκρινε τον Σεπτέμβριο ότι η οικονομική κατάστασή του μπορεί να προβλεφθεί δύσκολα ή σχετικά δύσκολα, από 59,3% τον προηγούμενο μήνα.

Ακριβότερος θα είναι ο εφετινός χειμώνας για τα νοικοκυριά, καθώς η άνοδος των τιμών της ενέργειας αυξάνει αισθητά το κόστος θέρμανσης. Ανάλογα με το καύσιμο ή το σύστημα που χρησιμοποιείται, η πρόσθετη μηνιαία επιβάρυνση για μια τυπική κατοικία 100 τετραγωνικών μέτρων μπορεί να ξεκινά από περίπου 40 ευρώ και να ξεπερνά τα 120 ευρώ.
Η σύγκριση με το 2025 δείχνει ότι τη μεγαλύτερη πίεση δέχονται όσοι χρησιμοποιούν πετρέλαιο. Αυξημένο εμφανίζεται, όμως, και το κόστος για το φυσικό αέριο, τα κλιματιστικά και τις αντλίες θερμότητας. Στην ηλεκτρική θέρμανση, μάλιστα, η επιλογή τιμολογίου μπορεί να διαφοροποιήσει σημαντικά τον τελικό λογαριασμό.
Τη μεγαλύτερη αύξηση παρουσιάζει το πετρέλαιο θέρμανσης. Η τιμή του στην Αττική κατά την έναρξη της περιόδου διάθεσης τον Οκτώβριο του 2025 ήταν περίπου 1,10 ευρώ το λίτρο, ενώ για τη νέα περίοδο το σενάριο υπολογισμού προβλέπει τιμή έως 1,75 ευρώ.
Αύξηση καταγράφεται και στο φυσικό αέριο. Η τιμή της θερμικής κιλοβατώρας, από περίπου 4 λεπτά πέρυσι, υπολογίζεται ότι θα κινηθεί κοντά στα 7 λεπτά εφέτος. Για την ίδια κατοικία, η μηνιαία δαπάνη από περίπου 140 ευρώ πέρυσι ανεβαίνει κοντά στα 195 ευρώ, με την πρόσθετη επιβάρυνση να διαμορφώνεται γύρω στα 55 ευρώ.
Ακριβότερη γίνεται και η χρήση κλιματιστικών inverter. Με βάση το σενάριο του «πράσινου» κυμαινόμενου τιμολογίου, η τιμή της ηλεκτρικής κιλοβατώρας από περίπου 15 λεπτά πέρυσι εκτιμάται κοντά στα 20 λεπτά φέτος. Έτσι, το μηνιαίο κόστος θέρμανσης μιας κατοικίας 100 τετραγωνικών μέτρων αυξάνεται από περίπου 155 ευρώ στα 205 ευρώ, δηλαδή κατά περίπου 50 ευρώ.
Στην περίπτωση της ηλεκτρικής θέρμανσης, ωστόσο, η επιλογή τιμολογίου μπορεί να αλλάξει σημαντικά την εικόνα. Με ένα ανταγωνιστικό σταθερό πρόγραμμα, με χρέωση κοντά στα 11-12 λεπτά ανά κιλοβατώρα, η ίδια δαπάνη μπορεί να περιοριστεί περίπου στα 120 ευρώ τον μήνα. Η απόσταση από τα περίπου 205 ευρώ του κυμαινόμενου τιμολογίου είναι μεγάλη, γεγονός που καθιστά την επιλογή προγράμματος ιδιαίτερα κρίσιμη για όσους θερμαίνονται με ηλεκτρική ενέργεια.
Χαμηλότερο παραμένει το κόστος για τις αντλίες θερμότητας, παρά την αύξηση της τιμής του ηλεκτρικού ρεύματος. Για μια κατοικία 100 τετραγωνικών μέτρων, η μηνιαία δαπάνη υπολογίζεται ότι από περίπου 110 ευρώ το 2025 ανεβαίνει κοντά στα 145 ευρώ φέτος. Η πρόσθετη επιβάρυνση κινείται επομένως γύρω στα 35-40 ευρώ τον μήνα.
Η συνολική εικόνα δείχνει ότι ο εφετινός χειμώνας φέρνει υψηλότερο κόστος για τις βασικές μορφές θέρμανσης, με μεγάλες όμως αποκλίσεις. Στο εξεταζόμενο σενάριο, το πετρέλαιο εμφανίζει τη μεγαλύτερη επιβάρυνση, με περίπου 120 ευρώ επιπλέον τον μήνα, έναντι περίπου 55 ευρώ για το φυσικό αέριο, 50 ευρώ για τα κλιματιστικά και 35-40 ευρώ για την αντλία θερμότητας.
Το ζητούμενο πλέον είναι κατά πόσο τα κυβερνητικά μέτρα στήριξης που θα ανακοινωθούν σε δέκα ημέρες και θα εφαρμοστούν κατά τη διάρκεια της χειμερινής περιόδου θα μπορέσουν να απορροφήσουν την πρόσθετη επιβάρυνση στους λογαριασμούς.
Τι αλλάζει υποχρεωτικά έως τέλος του έτους – H συζήτηση για την ασφάλεια στον αγροτικό κλάδο δεν περιορίζεται στα θανατηφόρα δυστυχήματα Σ...
COPYRIGHT © Nisi - Maliki Station